Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΑΡΟΚ

ΧΑΙΝΤΕΛ

ΒΙΒΑΛΝΤΙ











ΜΠΑΧ


ΣΥΝΘΕΤΕΣ

Τομάζο Αλμπινόνι (1671-1750) Ιταλός
Αντόνιο Βιβάλντι (1678-1741) Ιταλός
Κλαούντιο Μοντεβέρντι (1567-1643) Ιταλός
Τζοβάνι Μπατίστα Περγκολέζι
Αλεσάντρο Σκαρλάτι (1660-1725) Ιταλός (πατέρας του Ντομένικο)
Ντομένικο Σκαρλάτι (1685-1757)
Τζιρόλαμο Φρεσκομπάλντι (1583-1643) Ιταλός
Φρανσουά Κουπρέν (1668-1733) Γάλλος
Ζαν-Μπατύστ Λυλλύ (1632-1687) Ιταλός
Χένρυ Πέρσελ (1656-1695) Άγγλος
Ντήτριχ Μπουξτεχούντε (1633-1707) Δανός
Ζαν Φιλίπ Ραμώ (1683-1764) Γάλλος
Γκέορκ Φίλιπ Τέλεμαν (1681-1767) Γερμανός
Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ (1685-1759) Γερμανός
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750) Γερμανός

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΟ


ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ

Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Άιζεναχ, 21 Μαρτίου 1685 - Λειψία, 28 Ιουλίου 1750) ήταν Γερμανός συνθέτης και οργανίστας της Μπαρόκ περιόδου. Υπήρξε αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος συνθέτης αυτής της περιόδου καθώς και ένας από τους σπουδαιότερους της ιστορίας της δυτικής μουσικής. Τα περισσότερα από 1000 έργα του που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, ενσωματώνουν σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του Μπαρόκ στυλ, το οποίο και απογειώνουν στην μέγιστη τελειότητά του. Παρόλο που δεν εισάγει κάποια νέα μουσική μορφή,εμπλουτίζει το γερμανικό μουσικό στυλ της εποχής με μια δυνατή και εντυπωσιακή αντιστικτική τεχνική, ένα φαινομενικά αβίαστο έλεγχο της αρμονικής και μοτιβικής οργάνωσης, και την προσαρμογή ρυθμών και ύφους από άλλες χώρες, ιδιαίτερα από την Ιταλία και τη Γαλλία. Τα έργα του καλύπτουν έναν ευρύ φάσμα από την οργανική μουσική (έργα για Τσέμπαλο, Εκκλησιαστικό όργανο, Kοντσέρτα) ως την φωνητική μουσική (Ορατόρια, Λειτουργίες, Πάθη, Καντάτες, κ.α.). Ως χαρακτηριστικά έργα του Μπαχ μπορούμε να αναφέρουμε τα «Κατά Ματθαίο Πάθη», τα «Βραδεμβούργια Κοντσέρτα» τους δύο τόμους από το «Καλά Συγκερασμένο Πληκτροφόρο» και την «Τέχνη της Φούγκας». Ομάδα εμπειρογνωμόνων κατάφερε να αναδημιουργήσει ψηφιακά το πρόσωπο του Γερμανού συνθέτη . Με βάση αυτό, ο Μπαχ ήταν ένας παχουλούτσικος κύριος[1] με αραιά μαλλιά.
Πίνακας περιεχομένων[
Απόκρυψη]
Βιογραφία
Την πρώτη του μουσική εκπαίδευση έλαβε από τον πατέρα του στο Άιζεναχ και στη συνέχεια από το μεγαλύτερο αδελφό του, Johann Christoph, με τον οποίο έζησε στο Όρντρουφ μετά το θάνατο των γονιών του. Το
1699 ο Μπαχ συνέχισε τις σπουδές του στο Λύνεμπουργκ συμμετέχοντας στη χορωδία της σχολής και τελειοποιώντας παράλληλα τις γνώσεις του στο Εκκλησιαστικό Όργανο. Το 1703, μόλις 18 χρόνων, προσελήφθη ως βιολονίστας στην Αυλή του δούκα της Βαϊμάρης και μερικούς μήνες αργότερα ανέλαβε τη θέση του οργανίστα στην εκκλησία του Αγίου Βονιφάκιου στο Άρνσταντ. Το 1707, ύστερα από διαγωνισμό, πήρε τη θέση του οργανίστα στην Εκκλησία του Αγίου Βλασσίου στο Μυλχάουζεν, μουσικό κέντρο και έδρα διάσημων μουσικών. Μετά από ένα χρόνο εγκαταστάθηκε στη Βαϊμάρη, αναγνωρισμένος για τις καταπληκτικές του εκτελέσεις στο Όργανο.
Το
1718 εγκαθίσταται στην Αυλή του Καίτεν, όπου η αδιαφορία που υπήρχε για τη φωνητική μουσική, ανάγκασε τον Μπαχ να ασχοληθεί με τη σύνθεση ενόργανης μουσικής και την τελειοποίηση ορισμένων οργάνων στον μηχανισμό, το κούρδισμα και την τεχνική εκτέλεσης. Το πρώτο μέρος των συνθέσεων, που αποτέλεσαν το «Καλά συγκερασμένο πληκτροφόρο» (24 πρελούδια και 24 φούγκες), γράφτηκε στο Καίτεν, μαζί με τις Αγγλικές και τις Γαλλικές σουίτες. Η έλλειψη εκκλησιαστικού Οργάνου στην Αυλή του Καίτεν κέντρισε τη φαντασία του Μπαχ και στην περίοδο αυτή ανήκουν οι περίφημες Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί, οι Σουίτες για βιολοντσέλο και τα 6 Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα.
Ο Μπαχ εγκατέλειψε το Καίτεν, το
1723, προκειμένου γα διαγωνιστεί στη Λειψία για την κατάληψη της θέσης του κάντορα στην εκεί Εκκλησία του Αγίου Θωμά. Τελικά, κατέλαβε τη θέση αυτή, που επί δυο περίπου αιώνες την κατείχαν διαπρεπείς μουσικοί και η οποία μπορούσε να θεωρηθεί, ακόμα και από κοινωνική άποψη, το αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας ενός μουσικού. Στη Λειψία, εκτός από σύντομες διακοπές, ο Μπαχ έμεινε έως το θάνατο του. Αυτή είναι η πιο κοπιαστική και πιο έντονη περίοδος του συνθέτη, υποχρεωμένου, από τη θέση του, να ασχολείται με πολλά πράγματα (σχολή μουσικής, κοντσέρτα, σύνθεση νέων μουσικών έργων).
Καλεσμένος το
1747 στο Πότσνταμ από τον Φρειδερίκο Β', αυτοσχεδίασε με εξαιρετική επιτυχία πάνω σ' ένα θέμα που του έδωσε ο ίδιος ο Φρειδερίκος, στον οποίο ο Μπαχ αφιέρωσε κατόπιν το έργο του «Μουσική προσφορά».
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έγραψε το μνημειώδες έργο «Η τέχνη της φούγκας», μια εξαιρετική σύνθεση που έμεινε ατελής εξαιτίας σοβαρής αρρώστιας των ματιών του. Ύστερα από δυο χειρουργικές επεμβάσεις που απέτυχαν, αλλά προκάλεσαν σοβαρές βλάβες σε ολόκληρο τον οργανισμό του, ο Μπαχ πέθανε από αποπληξία. Επέζησαν για πολλά χρόνια, η δεύτερη σύζυγος, 6 γιοι και 4 κόρες από τα 20 παιδιά που είχε φέρει στον κόσμο με τους δυο γάμους του (τη Maria Barbara και τη σοπράνο Anna Magdalena).''''
Έργο
Κατάλογος έργων Μπαχ - ταξινόμηση BWV
Λόγω του εντυπωσιακού αριθμού έργων του Μπαχ, δημιουργήθηκε η ανάγκη συστηματικής ταξινόμησης τους. Τα έργα του Μπαχ αναφέρονται με τους αριθμούς BWV, τα αρχικά του γερμανικού όρου Bach Werke Verzeichnis (ελλ. μφ. Κατάλογος Έργων Μπαχ). Ο κατάλογος, που δημοσιεύθηκε το
1950, συντάχθηκε από τον Wolfgang Schmieder και οι αριθμοί BWV αναφέρονται κάποιες φορές και ως αριθμοί Schmieder. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται (σπανίως) μια παραλλαγή που χρησιμοποιεί το γράμμα S, αντί του BWV.
Χαρακτηριστικό αυτού του καταλόγου των έργων του Μπαχ είναι πως οργανώνεται θεματικά και όχι χρονολογικά. Συγκεκριμένα ακολουθείται η εξής σύμβαση:

BWV 1-222: περιέχονται καντάτες
BWV 225-248: περιέχονται μεγάλης κλίμακας χορωδιακά έργα
BWV 250-524: περιέχονται άλλα χορωδιακά, ορατόρια και κυρίως θρησκευτικά έργα
BWV 525-748: περιέχονται έργα για εκκλησιαστικό όργανο
BWV 772-994: περιέχονται έργα για κλειδοκύμβαλο
BWV 995-1000: περιέχονται έργα για λαούτο
BWV 1001-1040: περιέχονται έργα μουσικής δωματίου
BWV 1041-1071: περιέχονται έργα για ορχήστρα
BWV 1072-1126: περιέχονται κανόνες και φούγκες
Γκέοργκ Χαίντελ
O Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ (επίσης Χέντελ) (Georg Friedrich Händel, ή Georg Frideric Handel 23 Φεβρουαρίου 1685 - 14 Απριλίου 1759) ήταν Γερμανός συνθέτης της ύστερης περιόδου τής μπαρόκ μουσικής, που διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του. Έζησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία και απέκτησε την αγγλική ιθαγένεια το 1726. Συνέθεσε concerti grossi, όπερες και ορατόρια. Το πιο διάσημο έργο του είναι το ορατόριο Μεσσίας. Επηρέασε βαθιά πολλούς από τους μεταγενέστερους συνθέτες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Φραντς Γιόζεφ Χάυντν, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, ενώ το έργο του συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασσική μουσική. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν περίπου 50 όπερες, 23 ορατόρια και πολλές συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής, καθώς και ορχηστρικά κομμάτια.
Βιογραφία
Ο Χέντελ γεννήθηκε στις
23 Φεβρουαρίου 1685 στο Χάλλε της Γερμανίας, την ίδια χρονιά με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Ντομένικο Σκαρλάτι. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική, αν και ο πατέρας του, που ήταν κουρέας-χειρουργός στην υπηρεσία του δούκα της Σαξονίας, δεν επιθυμούσε να εξελιχθεί ο γιος του σε μουσικό. Με παρέμβαση του δούκα που εκτίμησε τα μουσικά χαρίσματα του οκτάχρονου Χέντελ, ξεκίνησε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου υπό την εποπτεία του συνθέτη Friedrich W. Zachow. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν στην ηλικία των έντεκα ετών και το 1702, από σεβασμό στην επιθυμία του, γράφτηκε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Χάλλε, ενώ εργαζόταν παράλληλα και ως οργανίστας στον καθεδρικό ναό της πόλης. Τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως βιολονίστας στην ορχήστρα της τοπικής όπερας, θέση που εγκατέλειψε όμως προκειμένου να περιοδεύσει στην Ιταλία κατά την περίοδο 1706-10. Εκεί ήρθε σε επαφή με μερικούς από τους σπουδαιότερους Ιταλούς συνθέτες της εποχής, όπως τον Αλεσάντρο Σκαρλάτι και τον γιο του Ντομένικο. Στην Ιταλία συνέθεσε αρκετά μουσικά έργα και το ύφος του σημείωσε σημαντική εξέλιξη, ενώ την ίδια περίοδο ο Χέντελ άρχισε να γνωρίζει διεθνή αναγνώριση.
Στα τέλη του 1710 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην
Αγγλία, ενώ τον επόμενο χρόνο παρουσίασε την όπερα Rinaldo στο Λονδίνο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Εκεί άλλαξε και το όνομά του και το προσάρμοσε, χρησιμοποιώντας το από κει και πέρα επίσημα στην αγγλική γραφή. Το 1712 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία, όπου συνέχισε τη σταδιοδρομία του ως θεατρικός επιχειρηματίας, αντιμετωπίζοντας ισχυρό ανταγωνισμό. Το 1737 οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, γεγονός που συνοδεύτηκε από μία επιδείνωση της υγείας του και προσωρινή παράλυση του δεξιού χεριού του, πιθανώς εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου. Μετά την ανάρρωσή του, ξεκίνησε να συνθέτει το δημοφιλέστερο ορατόριο του, τον Μεσσία, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 13 Απριλίου του 1742 στο Δουβλίνο. Από το 1751 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης που οδηγούσαν σταδιακά στην τύφλωσή του. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνέθεσε το 1752 το ορατόριο Ιεφθάε (ο Θρίαμβος του Χρόνου και της Αλήθειας, έργο του 1757, στηρίχθηκε κυρίως σε προγενέστερο υλικό του Χέντελ). Πέθανε το Πάσχα του 1759 και η ταφή του έγινε με τιμές στο αβαείο του Ουεσμίνστερ

πληροφορίες από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ